- σκούζω
- σκούζω, έσκουξα βλ. πίν. 23
Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.
Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.
σκούζω — Ν 1. εκβάλλω οξεία και διαπεραστική κραυγή, ουρλιάζω 2. κλαίω δυνατά και γοερά («φωνάζω, σκούζω δυνατά, στον τάφο του γερμένη», Σολωμ.) 3. (για σκυλιά και άλλα ζώα) υλακτώ, γαυγίζω («τί έχει το σκυλί και σκούζει;») 4. (γενικά) παταγώ, κάνω κρότο… … Dictionary of Greek
σκούζω — έσκουξα, φωνάζω γοερά: Έσκουζε, λες και τον έσφαζαν … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
εξολολύζω — ἐξολολύζω (Α) σκούζω δυνατά. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + ολολύζω «σκούζω»] … Dictionary of Greek
ουρλιάζω — ούρλιασα και ούρλιαξα 1. για σκύλο, γαβγίζω χαρακτηριστικά, σκούζω. 2. μτφ., για άνθρωπο, φωνάζω δυνατά, σκούζω, τσιρίζω, ωρύομαι … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
βαΰζω — και βαγύζω (AM βαΰζω, Μ και βαγύζω, Α και βαΰσδω) 1. (για σκύλο) γαυγίζω 2. (για άνθρωπο) βρίζω, ουρλιάζω νεοελλ. κλαίω σαν μικρό παιδί αρχ. 1. θρηνώ με κραυγές κάποιον, σκούζω 2. απειλώ κεκαλυμμένα. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός ρηματικός σχηματισμός που … Dictionary of Greek
βελάζω — και μπελάζω 1. (για πρόβατα και γίδια) βγάζω τη χαρακτηριστική φωνή μπε, μπε 2. (για άνθρωπο) α) σκούζω, θρηνώ β) ζητώ κάτι μ επιμονή. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένο ρ. από το βε ή μπε, χαρακτηριστικό της φωνής των προβάτων] … Dictionary of Greek
γαργαρίζω — (AM γαργαρίζω) κάνω γαργάρα, πλένω το στόμα και τον φάρυγγα με υγρό κρατώντας το κεφάλι προς τα πίσω και κάνοντας φυσαλλίδες μσν. νεοελλ. σκούζω, βγάζω άναρθρη κραυγή νεοελλ. 1. (για νερό) κελαρύζω, τρέχω με παφλασμό ευχάριστο στην ακοή 2. βγάζω… … Dictionary of Greek
γρυλλίζω — και γρυλίζω (AM γρυλίζω και γρυλλίζω) 1. (για χοίρους) βγάζω γρυλλισμό 2. (για πρόσωπα) σκούζω, γογγύζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. γρύλλος] … Dictionary of Greek
επορθιάζω — ἐπορθιάζω (Α) 1. ορθώνω, ειδ. τεντώνω τ’ αφτιά μου («τὰ ὦτα ἀνεγερθέντα καὶ ἐπορθιασθέντα», Φίλ.) 2. υψώνω τη φωνή μου, σκούζω («ποίαν Ἐρινὺν τήνδε δώμασιν κέλει ἐπορθιάζειν;», Αισχύλ.) 3. θρηνώ δυνατά («ἐπορθίαζε νῡν γόοις», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ.… … Dictionary of Greek
επορθοβοώ — ἐπορθοβοῶ, άω (Α) φωνάζω δυνατά, σκούζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + *ορθο βοώ, αμάρτυρος τ.] … Dictionary of Greek